Eθνική πολιτική η διασύνδεση τουρισμού και πρωτογενή τομέα

Το τελευταίο διάστημα μια «μικρή» θετική είδηση πέρασε μάλλον στα «ψιλά»: Στο πρόσφατο φόρουμ προώθησης κρητικών προϊόντων που πραγματοποιήθηκε στο Ηράκλειο αποτυπώθηκε έντονα αυξημένη κίνηση και προχωρημένες συμφωνίες ανάμεσα σε παραγωγούς και ξενοδόχους της Κρήτης. Η είδηση, η οποία έρχεται από το Επιμελητήριο Ηρακλείου, αναφέρει ότι «κλείστηκαν αρκετές δουλειές» και επομένως μια σειρά από κρητικά προϊόντα, όπως μέλι, τυριά, κρασιά και πλήθος άλλων ντόπιων αγροτικών προϊόντων, θα «εξαχθούν» απευθείας και χωρίς μεσάζοντες στους τουρίστες που θα βρεθούν στα τραπέζια και στα μπουφέ των ξενοδοχείων της Κρήτης. Αυτή η εξέλιξη δεν είναι φυσικά άσχετη με τις εξελίξεις γύρω από τη δυναμική του ελληνικού τουρισμού των τελευταίων δύο ετών.

Για τον τουρισμό, είναι χαρακτηριστικό ότι οι αφίξεις έφτασαν τα 26 εκατ. το 2015, ενώ το 2016 ο αριθμός των διεθνών αφίξεων ξεπέρασε τα 28 εκατ., εξασφαλίζοντας 2 εκατ. επιπλέον αφίξεις μετά από μια «χρονιά ρεκόρ», ενώ όλες οι ενδείξεις για το 2017 μιλούν για υπέρβαση των 30 εκ. τουριστών. Όπως επίσης έγινε γνωστό, σύμφωνα με το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, η Ελλάδα σκαρφάλωσε τα 2 τελευταία χρόνια 7 θέσεις παραπάνω σχετικά με την ανταγωνιστικότητα του τουριστικού της προϊόντος. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, είναι αυτονόητο ότι ο στόχος δεν είναι απλώς η συγκυριακή αύξηση της δυναμικής, αλλά η εδραίωση και διατήρησή της με το βλέμμα στο μέλλον, με όπλα την εξάντληση όλων των νομοθετικών και άλλων εργαλείων επιμήκυνσης της τουριστικής περιόδου και με σημείο αιχμής τη διασύνδεση του τουρισμού με την παραγωγική ανασυγκρότηση. Γι’ αυτό και η σημερινή Κυβέρνηση «πιέζει» στην κατεύθυνση της διασύνδεσης του τουρισμού με όλες τις παραγωγικές δραστηριότητες και δυνατότητες της χώρας – και η περίπτωση της Κρήτης και της κρητικής παραγωγής και διατροφής μπορεί να αποτελέσει «παράδειγμα-πρότυπο».

Η αξιοποίηση των ειδικών εδαφο-κλιματικών συνθηκών και τις 4 εποχές του έτους, η ενίσχυση του τουρισμού υπαίθρου και των ειδικών μορφών του, όπως ο αγροτουρισμός, ο οινοτουρισμός, ο τουρισμός «εμπειρίας» και ο γαστρονομικός τουρισμός, προσδίδουν στην Κρήτη ένα πανίσχυρο συγκριτικό πλεονέκτημα, ακόμη και τους τουριστικά «άνυδρους» μήνες. Σε αυτό το πνεύμα ο Πρωθυπουργός κατά την επίσκεψή του στο Ηράκλειο τον περασμένο Δεκέμβρη έδωσε έμφαση στο ότι «προωθήσαμε και υλοποιούμε ήδη στην Κρήτη προγράμματα προβολής της κρητικής διατροφής και προώθησης αγροτικών προϊόντων, συνολικού προϋπολογισμού 9,5 εκ. ευρώ», ενώ πριν λίγες εβδομάδες η Υπουργός Τουρισμού αναφέρθηκε από την Γερμανία στη διασύνδεση του τουρισμού και του αγροτικού τομέα, και στην ανάδειξη του νησιού ως «πρότυπου τουριστικού προορισμού βιώσιμης διατροφής».

Χωρίς δόσεις πανηγυρισμών, είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι στη σχετική συζήτηση στη Βουλή για τον τουρισμό (Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου, 4.4.2017) τονίστηκαν οι τελευταίες κινήσεις στρατηγικού χαρακτήρα για την επιμήκυνση της θερινής τουριστικής περιόδου, με συμφωνίες μέσα από tour-operators και διεθνείς αεροπορικές εταιρίες, που οδήγησαν την έναρξη της περιόδου από το Μάρτιο του 2016 και την ολοκλήρωση της το Νοέμβριο – και με την υποσημείωση ότι «οι περιφέρειες Νοτίου Αιγαίου και Κρήτης, λόγω των ιδανικών κλιματολογικών συνθηκών, ξεκίνησαν άμεσα την επέκταση από το περασμένο έτος».

Υπό αυτή τη σκοπιά, ο τουρισμός δεν μπορεί να είναι αποκομμένος από την κοινωνική αποτελεσματικότητα, την υπεράσπιση της αξίας της εργασίας, το σεβασμό στο περιβάλλον και φυσικά τον «καθρέφτη» κάθε τόπου στην Ελλάδα, δηλαδή τον Πολιτισμό. Στην εμπροσθοφυλακή πρέπει να βρίσκονται οι εργαζόμενοι, οι επαγγελματίες του τουρισμού, οι κάτοικοι των τοπικών κοινωνιών, οι παραγωγικές και προοδευτικές δυνάμεις της «ατμομηχανής» του τουρισμού στην πατρίδα μας. Γι’ αυτό και η άνθιση και η εμβάθυνση πολιτικών άμβλυνσης της εποχικότητας, με τα στηρίγματα όλου του φάσματος του παραγωγικού τομέα, όχι μόνο τυχαία ή συγκυριακή δεν πρέπει να είναι, αλλά αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής μας στρατηγικής.

Επιμέλεια: Στέλλα Κεμανετζή