Αιφνιδιαστικά και χωρίς στρατηγική

Η Κυβέρνηση της ΝΔ εγκαταλείπει βασικές γραμμές της πάγιας εξωτερικής μας πολιτικής

Του Νίκου Ε. Ηγουμενίδη*

Δημοσιεύτηκε στη “Νέα Κρήτη” – Πέμπτη 3 Σεπτ 2020

Ο Σεπτέμβρης, τουλάχιστον μέχρι την επόμενη Σύνοδο Κορυφής, αποτελεί εξαιρετικά κρίσιμο χρονικό διάστημα στις σχέσεις με την Τουρκία. Οι γεωστρατηγικές εξελίξεις στην περιοχή σε συνδυασμό με το νεοοθωμανικό δόγμα του κ. Ερντογάν που υπαγορεύει στροφή προς τη θάλασσα -όπως ήδη αποτυπώνεται στη Μεσόγειο και στη Νοτιοανατολική Ευρώπη- αναμένεται να οξύνουν περαιτέρω την τουρκική επιθετικότητα. Ταυτόχρονα, η αναβολή για 25/26  Σεπτέμβρη των κυρώσεων έναντι της Τουρκίας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο – που με τεράστια καθυστέρηση έθεσε η σημερινή Κυβέρνηση – αφήνει ένα κρίσιμο μήνα ως περιθώριο στη γείτονα χώρα.

Σε αυτήν την ιστορικά κρίσιμη συγκυρία, η εξωτερική πολιτική της Νέας Δημοκρατίας αποδεικνύεται ότι δεν διαθέτει μια συνεκτική στρατηγική ή όπως ορθά ονομάζεται μια «στρατηγική βάθους». Παράλληλα φαίνεται να αλλάζει αιφνιδιαστικά και ερήμην όλων βασικές γραμμές της πάγιας εξωτερικής πολιτικής της χώρας.

Πρώτον: Η Κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη εγκαταλείπει τη στρατηγική θέση για «100% επήρεια όλων των νησιών» μεταξύ των οποίων και για το μεγαλύτερο νησί της χώρας και το 5ο μεγαλύτερο της Μεσογείου – θέση που αποτυπώνεται για πρώτη φορά για την Κρήτη στη συμφωνία με την Αίγυπτο. Για να προϊδεάσει μάλιστα τον ελληνικό λαό –που ακούει για πρώτη φορά αυτή την αιφνιδιαστική μεταστροφή-  ο Έλληνας ΥΠΕΞ σπεύδει να δηλώσει αμέσως μετά τη συμφωνία και πριν αυτή δημοσιοποιηθεί ότι «η συμφωνία περιέχει επακριβώς το ορθό ποσοστό επήρειας που περιλαμβάνει το διεθνές δίκαιο». Και όταν στην συνεδρίαση της Επιτροπής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων προσωπικά ρώτησα τον Υπουργό ποιό «ακριβώς ποσοστό επήρειας» θεωρεί ο ίδιος ότι είναι το «ορθό» για το μεγαλύτερο νησί της χώρας και τα νησιά που βρίσκονται νότια από αυτό, εκείνος επέλεξε να μην δώσει κάποια απάντηση.

Δεύτερον: Στη συμφωνία με την Αίγυπτο ανακύπτει ως ερώτημα αν χρησιμοποιήθηκε η αρχή της αναλογικότητας – και όχι η αρχή της μέσης γραμμής που αποτέλεσε την πάγια στρατηγική της χώρας – με ό,τι αυτό συνεπάγεται ως προηγούμενο για το μέλλον. Και όταν τέθηκε επιτακτικά το θέμα στη Βουλή από τον Πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Τσίπρα, ο κ. Μητσοτάκης όχι μόνο δεν πήρε θέση για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα που σημαίνει τροποποίηση της εθνικής μας στρατηγικής στα θέματα των Αποκλειστικών Οικονομικών Ζωνών, αλλά ουσιαστικά διεφάνη μια  αλλαγή πλεύσης στην ελληνική εξωτερική πολιτική όπως τη γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Αλλαγή που εμφανώς δημιουργεί προηγούμενα που η άλλη πλευρά φαίνεται να αξιοποιεί και που σε συνδυασμό με την εμφανή απουσία μιας συνεκτικής εθνικής στρατηγικής, μπορεί να αποβούν επικίνδυνα.

Τρίτον: Σε ό,τι αφορά την επέκταση στα 12 μίλια, όταν το 2018 ο κ. Κοτζιάς προανήγγειλε την επέκταση, η ΝΔ ξεσηκώθηκε με το επιχείρημα πως «αν υιοθετηθεί το σκεπτικό της Κυβέρνησης τότε θα γίνει πράξη μια τμηματική επέκταση των χωρικών μας υδάτων γεγονός που δημιουργεί αρνητικό προηγούμενο για τη χώρα». Αντί της πολιτικής «μετατόπισης θέσεων», στα χρόνια διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ ακολουθήθηκε η πάγια στρατηγική της χώρας σε αυτούς τους άξονες για ευνόητους λόγους. Όχι απλώς για λόγους σεβασμού σε βασικές αρχές της εξωτερικής πολιτικής, αλλά γιατί αυτό εξυπηρετούσε τα εθνικά μας συμφέροντα. Και υπενθυμίζεται ότι η ΝΔ καθιέρωσε το δόγμα της πλήρους επήρειας για όλα τα ελληνικά νησιά στις διαπραγματεύσεις, ενώ ο Σαμαράς μαζί με το ΚΙΝΑΛ έφεραν τον περίφημο «νόμο Μανιάτη», σύμφωνα με τον οποίο ελλείψει συμφωνίας ΑΟΖ, τα όρια της υφαλοκρηπίδας -σε αυτή την περίπτωση και του Καστελόριζου- είναι στο απώτατο όριο της 100% επήρειας όλων των νησιών καθώς και του Καστελορίζου.

Τέταρτον: Ειδικά στο θέμα των κυρώσεων η ταλάντευση της Νέας Δημοκρατίας και μέχρι να το ζητήσει σε συνέχεια των συμφωνηθέντων ζημίωσε τη χώρα. Όλη η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΞ στις ενημερώσεις της στη Βουλή απαξίωνε τις κυρώσεις όταν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και μέλη της αρμόδιας επιτροπής θέταμε την επιτακτικότητα για τη χώρα να ζητηθούν κυρώσεις σε συνέχεια όσων συμφωνήθηκαν τον Ιούνιο του 2019. Σήμερα όχι απλώς παραπέμπεται εκ νέου η συζήτηση και η απόφαση, αλλά το ίδιο το περιεχόμενο τους δεν είναι το αντίστοιχο απέναντι στις παραβιάσεις της Τουρκίας. Δεν υπάρχει πχ. καμία αναφορά σε κυρώσεις έναντι ατόμων που συμμετείχαν στις πολυήμερες παράνομες έρευνες του Oruc Reis, με τις οποίες παραβιάστηκαν κατάφωρα τα κυριαρχικά δικαιώματα μιας χώρας μέλους της ΕΕ. Και θα διανύσουμε τουλάχιστον έναν ολόκληρο μήνα, τον Σεπτέμβρη, χωρίς ουσιαστικά καμία κύρωση να εφαρμόζεται απέναντι στην τουρκική προκλητικότητα.

Πέμπτο: Η Κυβέρνηση οφείλει να πει την αλήθεια στον ελληνικό λαό. Σε μια στιγμή που η Ελλάδα έφθασε πιο κοντά από ποτέ στην πρόσφατη ιστορία της σε «επεισόδιο» με την γείτονα, η ελληνική κοινή γνώμη παρακολουθεί να επαναλαμβάνεται από επίσημα χείλη ότι «το τουρκικό ερευνητικό δεν μπορεί να απλώσει τα καλώδια επειδή έχει θόρυβο» και ταυτόχρονα τον πρώην Σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας της χώρας – πρόσωπο επιλογής του κ. Μητσοτάκη –  να λέει τη φράση «να μη  κοροϊδευόμαστε έγιναν έρευνες».

Η Κυβέρνηση σήμερα δεν μπορεί να αιφνιδιάζει τον ελληνικό λαό. Η Κυβέρνηση μέσα από τον δρόμο της εθνικής συνεννόησης οφείλει να εξηγήσει στην ελληνική κοινή γνώμη κρίσιμες πλευρές:

  1. Αν έχει αλλάξει/εγκαταλείψει θεμελιώδεις θέσεις της εξωτερικής μας πολιτικής, ποιες και για ποιο λόγο.

  2. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα δεδομένα των αμυντικών μας δυνατοτήτων, των συμμαχιών, των συμφερόντων και γενικότερα των γεωστρατηγικών ισορροπιών που διαμορφώνονται στην περιοχή, πρέπει ευθέως να σημειώσει τις ακριβείς κόκκινες γραμμές μιας χώρας που εννοεί να υπερασπίζεται την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα.

  3. Στην ορθή επιμονή της χώρας να στηθεί ένα τραπέζι διαλόγου έξω από τις απειλές του πολέμου και χωρίς κανένα προηγούμενο στο Αιγαίο, να διασαφηνίσει τόσο την ατζέντα και το περιεχόμενο της, αλλά και την εναλλακτική σε περίπτωση αποτυχίας.

  4. Να ξεκαθαρίσει σε ποιες τεχνικές λεπτομέρειες που όμως κρίνουν και την ουσία της υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων έχει τροποποιήσει τη στάση της, λόγου χάρη για το αν το Καστελλόριζο συνεισφέρει στην Ελληνική ΑΟΖ λόγω θέσης ή λόγω μεγέθους.

Όλοι γνωρίζουμε ότι στην εξωτερική πολιτική μπορούν να γίνουν αποδεκτοί οι συμβιβασμοί που είναι έντιμο. Στη Συμφωνία των Πρεσπών,  στο μέτρο του δυνατού και στα περισσότερα στάδια, κρατήθηκε ενήμερη η κοινή γνώμη στο πνεύμα της συμφωνηθείσας στρατηγικής όλων των προηγούμενων Κυβερνήσεων ανεξάρτητα από το πόσο εθνολαϊκιστική στάση κράτησε η ΝΔ όταν ήρθε η συζήτηση στο «δια ταύτα». Και αξίζει σήμερα να πει κανείς ότι στη βάση της Συμφωνίας των Πρεσπών μεταξύ άλλων άνοιξε και η πόρτα για την Αστυνόμευση του εναέριου χώρου Βόρειας Μακεδονίας από Ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη. Ας αναλογιστεί κανείς σε αυτή τη συγκυρία πώς θα ήταν τα πράγματα αν υπήρχε πρόσβαση της Τουρκίας και σε αυτή την περιοχή.

Είναι απολύτως κατανοητό να μην δημοσιοποιούνται μια σειρά από συζητήσεις. Ωστόσο, έξω από τις πολεμοχαρείς ή τις εθνολαϊκιστικές στάσεις που ζημίωσαν τα εθνικά μας συμφέροντα, ο λαός οφείλει στις βασικές αρχές να είναι ενήμερος και να μην βρίσκεται ενώπιον προειλημμένων αποφάσεων. Γι’ αυτό και είναι επιτακτικό σήμερα η Κυβέρνηση να αποκτήσει μια συνεκτική στρατηγική στην εξωτερική πολιτική που θα εξηγεί συνολικά τη στάση της χώρας και θα λαμβάνει υπόψη όλες τις πιθανές κινήσεις στη σκακιέρα. Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνεχίσει να παραγκωνίζει τον άξονα μιας ενεργητικής εξωτερικής πολιτικής της χώρας ως μιας δύναμης ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, και ταυτόχρονα διαρκούς υπεράσπισης της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας.

*Βουλευτής Ηρακλείου-ΣΥΡΙΖΑ, μέλος της Επιτροπής Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής

 

Εγγραφείτε στο ενημερωτικό δελτίο
Για να λαμβάνεις ενημερωτικό υλικό και γνωρίζεις για τις δράσεις μας.
Γράψε απλά το email σου!
Εγγραφείτε