Ο βουλευτής Ηρακλείου του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Ηγουμενίδης τόνισε κατά την ομιλία του στο νομοσχέδιο για το «παράλληλο πρόγραμμα» ότι μπορεί και η κοινωνία να βάζει επιταγές για νομοθέτηση από το Κοινοβούλιο.

 

«Προαπαιτούμενα της κοινωνίας». Με αυτές τις τρεις λέξεις περιέγραψε το νομοσχέδιο της Κυβέρνησης και τις διατάξεις του για το «παράλληλο πρόγραμμα» στην ομιλία του κατά την πρώτη συνεδρίαση της αρμόδιας Επιτροπής Κοινωνικών Υποθέσεων της Βουλής ο βουλευτής Ηρακλείου του ΣΥΡΙΖΑ Νίκος Ηγουμενίδης, ενώ τόνισε σχετικά με την αποχώρηση από τη συνεδρίαση των τριών κομμάτων – ΝΔ, Δημοκρατική Συμπαράταξη, Ποτάμι – ότι «δεν μπορούν να ανεχθούν ότι εκτός από τις επιταγές της Μέρκελ, του Σόιμπλε, του ΔΝΤ, των δανειστών και όλων αυτών που τόσο πιστά υπηρέτησαν, μπορεί και η κοινωνία να βάζει επιταγές για νομοθέτηση από το Κοινοβούλιο».

Αναφερόμενος στις σχετικές με την υγεία διατάξεις του νομοσχεδίου, υπογράμμισε ότι στέλνεται το σαφές μήνυμα πως μπαίνει φρένο στην εγκατάλειψη του Δημόσιου Συστήματος Υγείας και σημειώνονται βήματα για την αντιμετώπιση των υγειονομικών ανισοτήτων. Απέναντι σε όλους τους ισχυρισμούς πως δεν μπορεί να εφαρμοστεί «παράλληλο πρόγραμμα» σημείωσε χαρακτηριστικά: «Το νομοσχέδιο αυτό είναι η απάντηση της Αριστεράς σε όλους τους όψιμους τιμητές του Δημόσιου Συστήματος Υγείας, σε όλους τους άσπονδους φίλους μας, σε όλες τις λογής-λογής «μοιρολογήτρες της Αριστεράς» που ισχυρίζονται ότι σε συνθήκες Μνημονίου δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε πολιτική με αριστερό αποτύπωμα».  

Κλείνοντας, υπογράμμισε σχετικά με το θέμα της αξιοπρέπειας του ασθενούς ότι οι σχετικές ρυθμίσεις με την καθιέρωση της λίστας χειρουργείου και τα γραφεία προστασίας των δικαιωμάτων ληπτών υπηρεσιών υγείας ανοίγουν τον διάλογο στην κοινωνία και στους εργαζόμενους στις δομές του δημόσιου συστήματος υγείας, έτσι ώστε να προκύψουν και άλλα μέτρα, τα οποία θα εξασφαλίζουν την αξιοπρέπεια του ασθενούς και των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας.

 

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της ομιλίας.

 

ΝΙΚΟΣ ΗΓΟΥΜΕΝΙΔΗΣ: Κύριοι Υπουργοί, κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αν μου χρειάζονται τρεις λέξεις μόνο για να χαρακτηρίσω,  να δώσω τίτλο ή και την ουσία του νομοσχεδίου που συζητάμε, αυτές είναι: «Προαπαιτούμενα της κοινωνίας». Έτσι τα αντιλαμβάνομαι  και ανεξάρτητα από το τι προφάσεις χρησιμοποίησαν όλοι όσοι πριν από λίγο έφυγαν, αυτό κατά τη γνώμη μου δεν μπορούν να ανεχτούν: ότι δηλαδή εκτός από τις επιταγές της Μέρκελ, του Σόιμπλε, του ΔΝΤ, των δανειστών και όλων αυτών που τόσο πιστά υπηρέτησαν, εκτός από τις επιταγές αυτών, μπορεί και η κοινωνία να βάζει επιταγές για νομοθέτηση από το Κοινοβούλιο.

Θα ήθελα να σταθώ λίγο στα ζητήματα του Εθνικού Συστήματος Υγείας, τα θέματα της Υγείας που θίγει το παρόν νομοσχέδιο. Νομίζω ότι σαν αποτέλεσμα των πολιτικών  που ακολούθησαν οι δυνάμεις που έφυγαν, που δεν μπόρεσαν να ανεχτούν και να παραμείνουν στη συζήτηση και πρέπει να απολογηθούν για αυτό στο λαό μας, η πολιτική που ακολούθησαν και πριν τα μνημόνια και με τα μνημόνια, έφερε το Δημόσιο Σύστημα Υγείας στα όρια λειτουργικής κατάρρευσης. Δεν είχαμε κατά τη γνώμη μου μια κακή διαχείριση από αυτές τις δυνάμεις στα πλαίσια μιας δημοσιονομικής στενότητας. Πιστεύω ότι οι εργαζόμενοι της πατρίδας μας και οι εργαζόμενοι στο Δημόσιο Σύστημα Υγείας βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια συνειδητή πολιτική επιλογή συρρίκνωσης του Δημόσιου Συστήματος Υγείας. Αυτή η πολιτική επικράτησε, η κυρίαρχη σαν κυρίαρχη πολιτική επιλογή, η νεοφιλελεύθερη επιλογή, και έτσι ουσιαστικά φτάσαμε στην ένταση των υγειονομικών ανισοτήτων, στην εγκατάλειψη του Δημόσιου Συστήματος Υγείας με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Το γεγονός δηλαδή ότι πολλά από το κόστος υγείας έχουν μετακυλήσει στην τσέπη του κάθε εργαζόμενου που έχει ανάγκη, το γεγονός ότι και η απλή συνταγογράφηση είναι ένα πρόβλημα «βουνό» για τον πληθυσμό μας, μέχρι – αν το θέλετε –  η φυγή των νέων επιστημόνων στο εξωτερικό. Δεν θέλω να περιγράψω την κατάσταση  – εξάλλου την ξέρει πολύ καλά και την βιώνει ο καθένας από τους συμπολίτες μας και εμείς οι ίδιοι. Σημασία έχει κυρίως το πώς, σε ποια κατεύθυνση θα αλλάξουμε αυτή τη κατάσταση. Εδώ νομίζω και με το παρόν νομοσχέδιο η Κυβέρνηση απαντάει: αλλάζουμε αυτή τη κατάσταση παίρνοντας θέση σαφώς υπέρ του Δημόσιου  Συστήματος Υγείας και απορρίπτοντας κάθε νεοφιλελεύθερη λογική σε αυτό τον τομέα. Όχι για λόγους ιδεολογικής εμμονής, επειδή είναι δηλαδή το σύστημα που έχουν ανάγκη οι πτωχοί και οι αδύναμοι, αλλά γιατί πέρα από το γεγονός ότι μπορεί σε συνθήκες ανθρωπιστικής κρίσης να βοηθήσει πραγματικά την κοινωνία σε συνθήκες δημοσιονομικής στενότητας, το Δημόσιο Σύστημα Υγείας είναι και το οικονομικότερο. Έτσι νομίζω ότι με αυτό το «νομοσχέδιο  –  προαπαιτούμενα της κοινωνίας»   ουσιαστικά στέλνουμε ένα σαφές μήνυμα ότι σταματάμε ή έστω αρχίζουμε να σταματάμε την εγκατάλειψη του δημόσιου συστήματος υγείας, ότι κάνουμε βήματα ή έστω  βάζουμε τις βάσεις για την αντιμετώπιση των υγειονομικών ανισοτήτων.

Αυτή κατά τη γνώμη μου, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, είναι η απάντηση της Αριστεράς στα προβλήματα της υγειονομικής κάλυψης του λαού μας, αυτήν ακριβώς την πορεία δεν ανέχονται καν να συζητήσουν όλοι αυτοί που έφυγαν και για αυτή τους τη στάση θα απολογηθούν. Και αν το θέλετε αυτή είναι η απάντηση της Αριστεράς,  όχι μόνο απέναντι στα προβλήματα του λαού μας, αλλά και σε όλους αυτούς του όψιμους τιμητές του Δημόσιου Συστήματος Υγείας, σε όλους αυτούς τους άσπονδους φίλους μας, σε όλες αυτές τις λογής-λογής μοιρολογήτρες της Αριστεράς, που ισχυρίζονται ότι σε συνθήκες Μνημονίου δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε πολιτική με αριστερό αποτύπωμα, αλλά ακόμη, αν θέλετε, και στο «δούρειο ίππο» της Αριστεράς, σε όλους αυτούς δηλαδή που «ρεαλιστικά», «αντικειμενικά» και προπαντός με «αριστερή αφετηρία» εκτιμώντας τη στάση μας, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «δεν υπάρχει παράλληλο πρόγραμμα», ότι «δεν μπορεί να υπάρξει παράλληλο πρόγραμμα» και «να σταματήσει ο ΣΥΡΙΖΑ να λέει ψέματα στον κόσμο».

Προφανώς, δεν φτάνει η νομοθέτηση για μια άλλη πορεία της χώρας μας και του συστήματος υγείας. Χρειάζεται ο αγώνας των μαχόμενων κοινωνικών δυνάμεων, χρειάζεται να δυναμώνουν αυτοί οι δεσμοί αγώνα της κοινωνίας και της κυβέρνησης. Εν πάση περιπτώσει, ας μείνουμε σήμερα μόνο στο θέμα της νομοθετικής κάλυψης. Ουσιαστικά, με το παρόν νομοσχέδιο, μόνο με τη χρήση του ΑΜΚΑ, εξασφαλίζουμε στις δημόσιες δομές υγείας την πρόσβαση, τη συνταγογράφηση και την εργαστηριακή παρακολούθηση όποιου την έχει ανάγκη και αυτό κατά τη γνώμη μου, λύνει το θέμα της πρόσβασης.

Δεύτερον, παίρνουμε κάποια μέτρα για την ενίσχυση του Δημόσιου Συστήματος Υγείας που είναι απαραίτητα για να το υποδεχτεί όλο αυτό, των πληθυσμών των ανθρώπων που θα προσφύγουν και θα καταφύγουν σε αυτό, όπως και μέτρα για τη λειτουργία του νοσοκομείου της Σαντορίνης.

Θα ήθελα να κλείσω με ένα σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, θέμα, που πιστεύω ότι ανοίγει το παρόν νομοσχέδιο. Είναι το θέμα της αξιοπρέπειας του πολίτη, της αξιοπρέπειας του ασθενούς. Κατά τη γνώμη μου, είναι ένα τεράστιο θέμα, με πολλές πλευρές και πολλές πτυχές. Είναι το πρόβλημα με το φακελάκι, το θέμα με τις λίστες των χειρουργείων και η πρόταση για γραφείο προστασίας των δικαιωμάτων του πολίτη, όπως μπαίνει στο παρόν νομοσχέδιο. Πρέπει να είναι απλά η αρχή, για να ανοίξει ο διάλογος στην κοινωνία, να ανοίξει ο διάλογος και στους εργαζόμενους στις δομές του δημόσιου συστήματος υγείας, έτσι ώστε να προκύψουν και άλλα μέτρα, τα οποία θα εξασφαλίζουν την αξιοπρέπεια του ασθενούς, την αξιοπρέπεια των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας και που θα βάλουν τέλος ή, αν το θέλετε, θα δημιουργήσουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για όλο εκείνο το προσωπικό ήσσονος προσπάθειας που εργάζεται στο δημόσιο σύστημα υγείας, για όλο το προσωπικό της ιδιοτέλειας.